ἀλαζών

ἀλαζών, -όνος
Grammatical information: m. f.; also adj.
Meaning: `charlatan, quack, braggart, boaster' (Arist.).
Derivatives: ἀλαζονικός `boastful' (Hp.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: ἀλαζών is identical with the Thracian people's name Άλαζών. Perhaps it simply became an appellative; Bonfante BSL 37, 77ff. Cf., with a different meaning, vandal. S. Burkert RhM 105, 1962, 50f.
Page in Frisk: 1,62

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀλαζών — wanderer about country masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαζών — ( όνος), ο, η (Α ἀλαζών) ως επίθ. αυτός που υπερηφανεύεται υπέρμετρα ή παράλογα, υπερήφανος, υπερόπτης αρχ. ως ουσ. 1. ο περιπλανώμενος, περιφερόμενος εδώ κι εκεί 2. αγύρτης, τσαρλατάνος, απατεώνας 3. ως επίθ. αλαζονικός, υπεροπτικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Το …   Dictionary of Greek

  • κἀλαζών — ἀλαζών , ἀλαζών wanderer about country masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονίστατον — ἀλαζών wanderer about country masc acc sg ἀλαζών wanderer about country neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόν — ἀλαζών wanderer about country masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνα — ἀλαζών wanderer about country masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνας — ἀλαζών wanderer about country masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνες — ἀλαζών wanderer about country masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνι — ἀλαζών wanderer about country masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνος — ἀλαζών wanderer about country masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζόνων — ἀλαζών wanderer about country masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.